Απέτυχαν τα παιδιά ή η εκπαιδευτική πολιτική;

Η κάθετη πτώση των επιδόσεων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις, η αύξηση της μαθητικής διαρροής και η απογοητευτική εικόνα που εμφανίζουν υποβαθμισμένες περιοχές και χαμηλά οικονομικά στρώματα του πληθυσμού, είναι αβίαστα συμπεράσματα των στατιστικών και των ερευνών που δημοσιοποιήθηκαν το τελευταίο δίμηνο. Σταχυολογούμε τα πιο εντυπωσιακά: 

  •              απέτυχε σύμφωνα με στοιχεία της ΟΛΜΕ να προαχθεί το 12,46% των μαθητών της Β΄ Λυκείου ενώ πέρυσι το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 7,72% και την τελευταία εξαετία, προ εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, ήταν 2,5%! Δεν μπορεί να ισχυρισθεί κανένας ότι η σχολική αποτυχία πενταπλασιάσθηκε καθώς προ της μεταρρύθμισης η προαγωγή εξασφαλιζόταν μέσω επιεικών ενδοσχολικών εξετάσεων αλλά είναι βέβαιο ότι αυξάνεται σταθερά˙ η θεραπεία βέβαια των δεικτών είναι τόσο απλή που ήδη ανακοινώθηκε ότι για την προαγωγή δεν θα έχουμε την προσαρμογή στη γραπτή βαθμολογία με αποτέλεσμα η σχολική αποτυχία να επανέλθει στο επίπεδο του 2,5%.
  •             η πρόσφατη έρευνα “οι αναδιανεμητικές επιπτώσεις της δημόσιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα”, του Οικονομικού Πανεπιστημίου, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι δαπάνες του κράτους για την παιδεία ωφελούν το πλουσιότερο 60% του πληθυσμού καθώς “οι φτωχοί” νέοι δεν φθάνουν συνήθως έως το πανεπιστήμιο με αποτέλεσμα οι δημόσιες δαπάνες να χρηματοδοτούν τις σπουδές πλουσιότερων κατά κανόνα νέων. Έτσι η δημόσια παιδεία συντηρεί τις ανισότητες στην διαμόρφωση ανθρώπινου κεφαλαίου. Η δίκαιη και αποτελεσματική κατανομή πόρων στην εκπαίδευση επιβάλλει την άμεση πριμοδότηση των φτωχότερων για να μπορέσουν, με ελεύθερη επιλογή, να λάβουν ποιοτική και ανταγωνιστική εκπαίδευση.
  •             το ποσοστό αποτυχίας σε ορεινά και απομακρυσμένα λύκεια είναι εξαιρετικά υψηλό σε σχέση με τον πανελλαδικό μέσο όρο και σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνει το 50% αναπαράγοντας γεωγραφικές ανισότητες οι οποίες είναι επιτακτικό να αντιμετωπισθούν με ένα νέο ριζοσπαστικό πρόγραμμα λειτουργίας.
  •              σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, η αναλογία μαθητών ανά καθηγητή είναι στα γυμνάσια 10,6 προς 1 και στα Ενιαία Λύκεια 11,3 μαθητές ανά καθηγητή˙ αναλογία ιδανική η οποία δεν εξασφαλίζει πάντως τμήματα των 15 μαθητών.
  •             σύμφωνα με στοιχεία έρευνας της ΟΕΦΕ, τα χρήματα που δαπανήθηκαν την τελευταία τριετία για τα τμήματα της Πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης θα επαρκούσαν για την αποτελεσματική εξωσχολική βοήθεια τριπλάσιου αριθμού μαθητών χωρίς να προσμετρήσει κανένας ότι σύμφωνα με έρευνα του Κ.Ε.Ε. 9 στους 10 μαθητές απορρίπτουν το θεσμό και προτιμούν τα ιδιωτικά φροντιστήρια.

                Αν σε όλα τα παραπάνω ληφθεί υπ’ όψιν ότι σύμφωνα με τα φετινά αποτελέσματα 4 στους 10 υποψηφίους διαμορφώνουν βαθμό πρόσβασης κάτω από την βάση, είναι απολύτως λογικό να αναρωτηθεί κανείς αν απέτυχαν τα παιδιά ή η εκπαιδευτική πολιτική.

                Η απάντηση και το κυριότερο ζητούμενο σήμερα είναι η ΠΟΙΟΤΗΤΑ. Η Ε.Ε. χρησιμοποιεί 16 δείκτες που ξεκινούν από τις αναγνωστικές ικανότητες και φθάνουν στις εκπαιδευτικές δαπάνες ανά μαθητή και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Σε όλους αυτούς τους δείκτες η χώρα μας βρίσκεται αρκετά κάτω από το μέσο όρο των άλλων χωρών, χωρίς μάλιστα να διαφαίνεται η πολιτική τόλμη για απελευθέρωση, ανταγωνισμό και αυτονομία των εκπαιδευτικών μονάδων. Η ποιοτική παιδεία “εδώ και τώρα” αποτελεί αναγκαιότητα η οποία θα αναδείξει την χώρα μας σε οικονομική και πολιτιστική δύναμη, αρκεί να συνειδητοποιήσουμε όλοι το μέγεθος της κρίσης.         

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *