Κατάσταση Πολιορκίας


Στην Κατάσταση της Πολιορκίας και των Πολλαπλών Αδιεξόδων στο κατόπι μιας Ανέξοδης Ευτυχίας ο Χρόνος Παραμορφώθηκε … Ο Μίκης μελοποίησε την ποίηση της Ρένας Χατζηδάκη … Τραγικά Επίκαιρο … Μας Πολιορκούν τα Αδιέξοδα που εμείς Χτίσαμε … Αδιάφοροι Διαβάτες … Σιωπηλοί Παρατηρητές της Καθημερινότητας … Μια στιγμή πριν από το Χάος … Στίχοι πιο δυνατοί από τα λόγια …

Ο χρόνος παραμορφώθηκε. Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις που θα με βρεις.
Εγώ ο φόβος. Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου.
Εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.
Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με την αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ’ άσεμνα, φρικιαστικά βεγγαλικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν’ αρχίσουν να σφαδάζουν,
ώσπου ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται.

Εμένα δεν θα μπορούν να με σκοτώσουν.
Όμως θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως- καταλάβουν θα ‘ναι τα παιδιά,
πλούσια απ’ την κληρονομιά μας,
πρώτη φορά, τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν, ίσως, έγκαιρα
τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας,
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να ‘ρθει.

Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που ανασαίνω
βγαίνει τ’ όνομά σου
όταν θ’ αρχίσω να γυρίζω στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου,
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες να μ’ οδηγούν
τυφλώνοντας τον κόσμο με τις λάμψεις του τρελού γέλιου σου,
της καλόγριας που κρατούσε τα κλειδιά,
κουφαίνοντας τον κόσμο με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν κι αυτών που βασανίζουν.

Τραντάζοντας τον κόσμο με τη γλώσσα τούτη του θανάτου,
ίσως εσύ θα ‘χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι, περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ’ όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου.
Ίσως τότε τα παιδιά σου, μαζί μ’ όλα τα παιδιά,
να προλάβουν τον καιρό και τη ζωή – μια στιγμή πριν απ’ το χάος.

Και πια δε θα ‘χει μείνει τίποτ’ από μένα,
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω,
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου,
ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου.
Μα θα ‘χω διαλυθεί σ’ όλους τους ποταμούς του κόσμου
θα ‘χω γράψει τ’ όνομά σου, που φοβόμουνα,
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου, ίσως- νεκρό,
μα πάλι ακέραιο, θ’ αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και τη λιόλουστη ζωή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *