Συνοπτική Επισκόπηση Έρευνας ΙΟΒΕ

·  Στη μελέτη γίνεται προσπάθεια να:

  • χαρτογραφηθεί η επικρατούσα κατάσταση στην ιδιωτική εκπαίδευση πρώτου και δεύτερου βαθμού παρουσιάζοντας τόσο τα βασικά της μεγέθη, όσο και το ρυθμιστικό πλαίσιο που τη διέπει,
  • εξεταστεί το αντίστοιχο ρυθμιστικό πλαίσιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δίνοντας έμφαση σε χώρες που χαρακτηρίζονται από πιο προηγμένα εκπαιδευτικά συστήματα σε σχέση με την Ελλάδα,
  • να αναλυθούν τα αποτελέσματα των Ελλήνων μαθητών σε ένα διεθνώς αναγνωρισμένο πρόγραμμα (PISA), με στόχο την ανάδειξη των υστερήσεων αλλά ενδεχομένως και των πλεονεκτημάτων.

Μέσω της συγκριτικής ανάλυσης του εγχώριου θεσμικού πλαισίου, αλλά και των επιδόσεων των ελλήνων μαθητών σε σχέση με τους λοιπούς ευρωπαίους συνομήλικούς τους, γίνονται ορατές συγκεκριμένες πτυχές του εγχώριου εκπαιδευτικού προγράμματος όπου απαιτούνται αλλαγές.

  • Στην Ελλάδα, το σχολικό έτος 2008-09 φοιτούσαν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση 640.036 μαθητές, το 92,7% των οποίων παρακολουθούσε δημόσια σχολεία. Παρόμοια κατανομή μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων εμφανίζεται και ως προς τους εκπαιδευτικούς, με το 95,8% αυτών να διδάσκουν σε δημόσια σχολεία. Αναφορικά με την αναλογία μαθητών προς εκπαιδευτικούς, φθάνει τους 9,5 μαθητές στα δημόσια σχολεία και τους 11,6 μαθητές στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Αυτή η διάσταση διατηρείται αναλογικά και στο μέσο αριθμό μαθητών ανά τμήμα.
  • Το σχολικό έτος 2008-09, φοιτούσαν στα δημόσια και ιδιωτικά Γυμνάσια πάνω από 350 χιλ. μαθητές, το 93,1% των οποίων παρακολούθησε δημόσιο σχολείο. Την ίδια κατανομή παρουσιάζουν οι εκπαιδευτικοί μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων, με το 6,8% να εργάζεται σε ιδιωτικά. H αναλογία μαθητών προς εκπαιδευτικούς τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα της δευτεροβάθμιας υποχρεωτικής εκπαίδευσης διαμορφώνεται στους 8 μαθητές ανά εκπαιδευτικό.
  • Όσον αφορά στη μη υποχρεωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εξαιρουμένων των ειδικών οργανωτικών σχημάτων και λειτουργικών δομών της, τα δημόσια Γενικά Λύκεια αποτελούν σχεδόν το 92,0% των σχολείων αυτής της κατηγορίας. Η αναλογία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα διατηρείται και στους εκπαιδευτικούς, καθώς το 7,6% αυτών εργάζεται στα ιδιωτικά Γενικά Λύκεια. Από την πλευρά της ζήτησης για μη υποχρεωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το 7,1% των μαθητών των Γενικών Λυκείων φοιτά σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Η προκύπτουσα αναλογία μαθητών προς εκπαιδευτικούς δε διαφέρει σημαντικά μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Το Ρυθμιστικό Πλαίσιο Λειτουργίας των Ιδιωτικών Σχολείων απασχολεί το νομοθέτη από την απαρχή του ελληνικού κράτους.

  • Η ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών σχολείων έχει απασχολήσει την ελληνική πολιτεία ήδη από το Πολιτικό Σύνταγμα του 1827. Από τότε, πλήθος νόμων έχουν σχηματοποιήσει την ισχύουσα κατάσταση. Η πρώτη ιδιωτική πρωτοβουλία στην εκπαίδευση καταγράφεται το 1836 με την ίδρυση της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, ενώ το 1843 ιδρύεται το Βαρβάκειο και το 1849 το «Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον» με εκπαιδευτικά κυρίως προγράμματα κλασικής κατεύθυνσης.
  • Τα ιδιωτικά σχολεία στην Ελλάδα ιδρύονται μόνο με κρατική άδεια, με το δικαίωμα ίδρυσης ιδιωτικών σχολείων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση να κατοχυρώνεται με το γνωστό άρθρο 16 (παρ. 8) του μέχρι σήμερα ισχύοντος Συντάγματος του 1975.
  • Το ελληνικό κράτος ασκεί εποπτεία και στη λειτουργία των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, μέσω του Υπουργείου Παιδείας, με την πλειοψηφία των νόμων/τροπολογιών που αφορούν στη δημόσια εκπαίδευση να έχουν εφαρμογή και στην ιδιωτική.
  • Το ισχύον νομικό πλαίσιο της ιδιωτικής γενικής εκπαίδευσης προκύπτει από το νόμο 682/77, το ν.1566/85, που αναθεώρησε σχετικό νόμο του 1983, ενώ επίσης κομβικοί θεωρούνται και οι ν.2986/2002 και ο πλέον πρόσφατος ν.3848/2010.

Οι βασικότερες στρεβλώσεις σχετίζονται με την ανελαστικότητα στο εργασιακό καθεστώς των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, την αδυναμία διαφοροποίησης του προγράμματος σπουδών των ιδιωτικών σχολείων και τα δίδακτρα.

  • Η οργάνωση και λειτουργία των ιδιωτικών σχολείων έχει σε μεγάλο βαθμό εξομοιωθεί με αυτές των δημοσίων. Ο νομοθέτης δεν επιτρέπει στα ιδιωτικά σχολεία να διαφοροποιηθούν, όχι μόνο στον τρόπο διαχείρισης των εκπαιδευτικών, αλλά και αναφορικά με το περιεχόμενο και τον τρόπο οργάνωσης των μαθημάτων (ωρολόγιο πρόγραμμα, αναλυτικό πρόγραμμα, οργανική σύνθεση του προσωπικού κ.τ.λ.).
  • Βασικές αγκυλώσεις που επισημαίνονται στο θεσμικό πλαίσιο σχετίζονται κυρίως με τον τρόπο πρόσληψης εκπαιδευτικών, την αδυναμία απόλυσης μετά τη λήξη σύμβασης εργασίας (κατά περιπτώσεις) και σε περίπτωση κατάργησης τμήματος/μαθήματος επιλογής. Μάλιστα, μέχρι πρότινος, ο απολυμένος λόγω κατάργησης ιδιωτικού σχολείου εκπαιδευτικός απορροφούνταν παραχρήμα σε δημόσιο σχολείο (με περιορισμούς).
  • Σημαντικές αλλαγές στο εργασιακό καθεστώς των εκπαιδευτικών έχει επιφέρει ο τελευταίος σχετικός νόμος, ο υπ’ αριθμόν 3848 του 2010. Ο νόμος αυτός αναμφίβολα προβαίνει σε βελτιώσεις του εργασιακού καθεστώτος στην ιδιωτική εκπαίδευση. Εντούτοις, δεν αίρονται όλες οι στρεβλώσεις και οι αγκυλώσεις της πρότερης νομοθεσίας, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζουν να ισχύουν ερμηνευτικές εγκύκλιοι, διατάξεις κ.τ.λ. που βασίζονται στην παλαιότερη λογική της κρατικής παρέμβασης. 
  • Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο διαφυλάττει την απαρέγκλιτη από τα ιδιωτικά σχολεία υιοθέτηση του ωρολόγιου και αναλυτικού σχολικού προγράμματος. Αν και ο ν.682/1977 προβλέπει τη δυνατότητα αναγνώρισης παρεκκλίσεων, η διαδικασία που απαιτείται θεωρείται τόσο περίπλοκη που ουσιαστικά αποθαρρύνεται η όποια σχετική προσπάθεια. Η ακαμψία αυτή θεωρείται πως οδηγεί σε αδυναμία ανάπτυξης οποιαδήποτε καινοτομικής πρωτοβουλίας ή ακόμα και πειραματικής εκπαιδευτικής διαδικασίας.
  • Μια ακόμα σημαντική στρέβλωση είναι ότι στην Ελλάδα, οι μαθητές των ιδιωτικών σχολείων επιβαρύνονται με την υποχρεωτική αγορά των διδακτικών βιβλίων, όταν αυτά παραχωρούνται δωρεάν στο μαθητή του δημοσίου σχολείου. Ταυτόχρονα, δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα μετακίνησης του μαθητή ιδιωτικού σχολείου με το μειωμένο μαθητικό εισιτήριο, ενώ επιπλέον καταβάλλεται εμμέσως ένας πρόσθετος φόρος με τη μορφή παράβολου εγγραφής που συγκεντρώνεται σε έναν ειδικό λογαριασμό, τον Ειδικό Λογαριασμό Ιδιωτικής Γενικής Εκπαίδευσης (ΕΛΙΓΕ).

Υψηλή κρατική παρεμβατικότητα και απουσία κρατικής στήριξης στην ελληνική ιδιωτική εκπαίδευση, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης.

  • Η σύγκριση ανάμεσα στα εκπαιδευτικά συστήματα στις χώρες της Ευρώπης αφορά στο γενικό νομοθετικό πλαίσιο (προϋποθέσεις ίδρυσης, τυπικά προσόντα διδακτικού-διοικητικού προσωπικού, καταλληλότητα σχολικών εγκαταστάσεων/υποδομές ασφάλειας & υγείας, περιεχόμενο εκπαίδευσης, εύρος κρατικού ελέγχου, τρόποι κρατικής χρηματοδότης/ επιχορήγησης των ιδιωτικών σχολείων και το ύψος των διδάκτρων, ισότητα των προγραμμάτων σπουδών, των προσόντων των διδασκόντων και των αποκτούμενων ικανοτήτων (μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων).
  • Μέσω της σύγκρισης προκύπτει πως ειδοποιός διαφορά μεταξύ της ιδιωτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες χώρες είναι η υψηλή παρεμβατικότητα του κράτους στη λειτουργία της πρώτης και η απουσία της όποιας κρατικής χρηματοδότησης. Το στοιχείο αυτό γίνεται εντονότερο, εφόσον προσεγγιστεί υπό το δεδομένο ότι παρ’ όλο που λειτουργούν μη επιχορηγούμενα από το κράτος ιδιωτικά σχολεία και σε άλλες χώρες εκτός από την Ελλάδα, μόνο στη χώρα μας και στις περιοχές της Σκωτίας και της Νότιας Ιρλανδίας δε συνυπάρχουν με επιχορηγούμενα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Επιπλέον, σε όλες τις χώρες, με εξαίρεση την Ελλάδα, την Ιταλία και τις περιοχές της Σκοτίας και της Βορείου Ιρλανδίας, εκτός του ότι η συνήθης μορφή λειτουργίας ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων περιλαμβάνει γενναίες επιχορηγήσεις από το κράτος, το μέγεθος της επιχορήγησης αυτής ξεπερνά, στις περισσότερες περιπτώσεις, το 50% των συνολικών επιχορηγήσεων τους.
  • Μέσα σε αυτό το ισχυρό ρυθμιστικό καθεστώς λειτουργίας, τα ιδιωτικά σχολεία υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, συγκεντρώνουν ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης όπου λειτουργούν μη-χρηματοδοτούμενα ιδιωτικά σχολεία, το υψηλότερο ποσοστό μαθητών επί του συνόλου όσων φοιτούν στην υποχρεωτική εκπαίδευση, περίπου 6%. Αυτό σημαίνει ότι χωρίς καμία μορφής οικονομική υποστήριξη από την πλευρά του κράτους, τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια στην Ελλάδα έχουν κατορθώσει να αποκτήσουν ισχυρή παρουσία στο εγχώριο εκπαιδευτικό σύστημα, γεγονός που υπογραμμίζει την εμπιστοσύνη κάποιων γονέων στην ποιότητα εκπαίδευσης που αυτά προσφέρουν.

Η αναποτελεσματικότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και η ανάγκη αναδιαμόρφωσής του, καθώς και η υπεροχή των ιδιωτικών έναντι των δημόσιων σχολείων αντικατοπτρίζεται στα απογοητευτικά αποτελέσματα του PISA 2009.

  • Το PISA (Programme for International Student Assessment) αποτελεί ένα τυποποιημένο πρόγραμμα του ΟΟΣΑ που αξιολογεί τις γνώσεις, τα προσόντα και τις αντιλήψεις των μαθητών σε τρεις θεματικές ενότητες: τις επιστήμες, τα μαθηματικά και την ανάγνωση. Τα αποτελέσματα του PISA παρατίθενται σε συγκεκριμένες κλίμακες που έχουν αναπτυχθεί για την κάθε θεματική ενότητα. Οι κλίμακες αυτές χωρίζονται σε επίπεδα (1 έως 6) που σχετίζονται με ομάδες ερωτήσεων: με τη δυσκολία των ερωτήσεων να εντείνεται σε κάθε υψηλότερο Επίπεδο. Η έρευνα του 2009 εστιάστηκε στην Κατανόηση Κειμένου.
  • Η επίδοση της Ελλάδας σε σχέση με την κατανόηση κειμένου το 2009 βρίσκεται σημαντικά κάτω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας την 29η θέση στην κατάταξη. Ένας στους πέντε έλληνες μαθητές βρέθηκε στο 2ο επίπεδο δυσκολίας, ενώ μόλις το 6% κατάφερε να φτάσει τα δύο τελευταία επίπεδα υψηλών επιδόσεων.
  • Ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας αποτελεί το γεγονός ότι στην Ελλάδα, φαίνεται να είναι περιορισμένη η επίδραση των κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων στις επιδόσεις των μαθητών τόσο σε διασχολικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο τάξεων σε σχέση με άλλα κράτη-μέλη.
  • Η Ελλάδα (ακολουθώντας τις ΗΠΑ) σημειώνει τη δεύτερη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ των επιδόσεων μαθητών ιδιωτικών και δημόσιων σχολείων.

–  Στο PISA 2009 τα ιδιωτικά σχολεία στην Ελλάδα και οι μαθητές τους κατέγραψαν επιδόσεις υψηλότερες κατά 25 μονάδες σε σύγκριση με τα δημόσια σχολεία και τους εκεί μαθητές,  όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ βρίσκεται στις +14 μονάδες, υπέρ των ιδιωτικών σχολείων.

–     Αντιθέτως, μόνο σε επίπεδο μαθητών, τα δημόσια σχολεία φαίνεται να υπερτερούν κατά 17 μονάδες έναντι των ιδιωτικών. Εάν ληφθεί υπ’ όψη το οικογενειακό υπόβαθρο του εξεταζόμενου μαθητή, τότε το μέσο πλεονέκτημα των επιδόσεων υπέρ των ιδιωτικών σχολείων στην Ελλάδα διαμορφώνεται στις 15,8 μονάδες, ενώ αντιστοίχως, τα ιδιωτικά σχολεία στις χώρες του ΟΟΣΑ υπερτερούν έναντι των δημοσίων κατά 18 μονάδες βαθμολογίας.

–     Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας στην Κατανόηση Κειμένου, η ιδιωτική διαχείριση των σχολείων οδηγεί σε υψηλότερες επιδόσεις των μαθητών. Επομένως, τα οφέλη ενός ιδιωτικού σχολείου φαίνεται πως δεν εκλύονται τόσο από το κοινωνικο-επίπεδο των οικογενειών που τα επιλέγουν, όσο από τα πλεονεκτήματα καλλιέργειας και τάσης προς τη γνώση που επιδεικνύουν συνήθως τέτοια παιδιά.

–     Οι επιδόσεις της Ελλάδας τόσο στις Επιστήμες, όσο και στα Μαθηματικά είναι απογοητευτικές: στις επιστήμες, η Ελλάδα κατέχει την 5η χαμηλότερη επίδοση, ενώ το ¼ των ελλήνων μαθητών δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το 2ο επίπεδο (17,9% ο μέσος όρος ΟΟΣΑ). Μόλις το 3% σημείωσε υψηλές επιδόσεις, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα και πάλι στις χαμηλότερες θέσεις. Στα Μαθηματικά, οι επιδόσεις των ελλήνων μαθητών βρίσκονται στην τρίτη θέση από το τέλος (με Τουρκία και Μεξικό να αποτελούν τους ουραγούς), ενώ ένας στους τρεις δεν κατάφερε να ξεπεράσει το 2ο επίπεδο δυσκολίας. Ταυτόχρονα, μόνο το 5,7% σημείωσε υψηλές επιδόσεις στην εξέταση (σε αντίθεση με το 13,4% που είναι ο μέσος όρος των μελών του ΟΟΣΑ).

Η σύγκριση ανάμεσα στον τρόπο λειτουργίας της ιδιωτικής εκπαίδευσης στις χώρες της Ε.Ε. υπογραμμίζει την έλλειψη υποστηρικτικών δομών της ιδιωτικής εκπαίδευσης από το κράτος στην Ελλάδα.

  • Ο κλάδος των ιδιωτικών σχολείων (πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) στην Ελλάδα φαίνεται να έχει επιδείξει σημαντικό σθένος. Κι αυτό διότι, το μερίδιο των μαθητών που κατέχουν τα ιδιωτικά σχολεία είναι το μεγαλύτερο ανάμεσα στις χώρες όπου λειτουργούν μη χρηματοδοτούμενα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια (Γαλλία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο), φθάνοντας στην υποχρεωτική εκπαίδευση το 6% των μαθητών. Δεδομένου, μάλιστα, ότι τα ιδιωτικά αυτά εκπαιδευτήρια δε λαμβάνουν καμίας μορφής επιχορήγηση από το κράτος, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, και οι «πελάτες τους» (οι γονείς των μαθητών τους) βρίσκονται αντιμέτωποι με αρκετά αντικίνητρα αναφορικά με την επιλογή ιδιωτικού σχολείου, μπορεί να υποστηριχθεί τελικά ότι ο εν λόγω εγχώριος κλάδος συγκαταλέγεται τουλάχιστον ανάμεσα στους πλέον ανθεκτικούς στην Ε.Ε..
  • Σε αντίθεση με ό,τι επικρατεί σε άλλες χώρες της Ευρώπης, στην Ελλάδα το κράτος δεν προσφέρει καμιάς μορφής στήριξη στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, δεν επιτρέπει τη συμμετοχή τους σε σχετικά έργα του Αναπτυξιακού Νόμου, ενώ οι δομές του εργασιακού καθεστώτος των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργούν ενδεχομένως ως τροχοπέδη για τη διατήρηση υψηλού επιπέδου παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών που πρωταρχικά ωφελεί τους μαθητές/ απόφοιτους.
  • Το καθεστώς των πολλαπλών κρατικών ελέγχων παραμένει ισχυρό, παρ’ ότι η Ελλάδα δεν έχει προχωρήσει, όπως άλλες χώρες της Ε.Ε., σε αποκέντρωση των κρατικών υπηρεσιών, με αντίστοιχη ανακατανομή των αρμοδιοτήτων τους σε περιφερειακούς / αυτοδιοικητικούς φορείς, η οποία συνήθως ευνοεί τη διενέργεια συχνότερων ελέγχων, ενώ βελτιώνει την ποιότητα των αποτελεσμάτων τους. Διατηρείται έτσι ένα γραφειοκρατικό σύστημα κεντρικού ελέγχου που δεν είναι αποδοτικό, όπως αποδεικνύουν τα αποτελέσματα του PISA 2009.
  • Σε ό,τι αφορά στην οικονομική στήριξη των οικογενειών παιδιών που φοιτούν στην υποχρεωτική εκπαίδευση, μπορεί να χαρακτηριστεί ως χαμηλή, δεδομένου ότι στην Ελλάδα δεν καλύπτεται από το κράτος μέρος των δαπανών των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και επομένως τα έσοδά τους προέρχονται εξολοκλήρου από δίδακτρα. Το ελληνικό κράτος παρέχει στις οικογένειες με παιδιά που φοιτούν στην υποχρεωτική εκπαίδευση τα συνήθη επιδόματα τέκνων και αντίστοιχες φοροελαφρύνσεις. Αυτές οι έμμεσες εισοδηματικές ενισχύσεις παρέχονται στις περισσότερες χώρες τις Ε.Ε., σε πολλές από τις οποίες, όμως, συνυπάρχουν με την επιχορήγηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό. Επιπλέον, κερδίζει συνεχώς έδαφος στην Ε.Ε. η πολιτική της επιχορήγησης μαθητών, με τη μορφή των σχολικών κουπονιών, η οποία ήδη εφαρμόζεται σε εννέα χώρες. Οι χώρες αυτές επιχορηγούν κατηγορίες ή ακόμα και το σύνολο των δαπανών (Ολλανδία) των ιδιωτικών σχολείων.
  • Στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε., το κράτος όχι μόνο επιχορηγεί μέρος των δαπανών λειτουργίας των ιδιωτικών σχολείων, αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζει τις οικογένειες των μαθητών τους σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στην Ελλάδα. Στον αντίποδα, οι Έλληνες γονείς που προτιμούν τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια δε χαίρουν καμίας επιδότησης, επιβαρύνονται με το σύνολο των εξόδων, αφού οι μαθητές ιδιωτικών σχολείων εξαιρούνται της δωρεάν παροχής βιβλίων, ενώ ταυτόχρονα οι μαθητές δεν απολαμβάνουν ούτε τις συνήθεις ατέλειες σε μέσα μαζικής μεταφοράς.

Η συνεργασία του κράτους με τους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών σχολείων θεωρείται επιβεβλημένη για την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος.

  • Στην παρούσα χρονική και οικονομική συγκυρία, θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η επικαιροποίηση, ουσιαστικά, του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και η υποστήριξη των ιδιωτικών σχολείων πόρρω απέχει από την επίτευξη των άμεσων αναγκών.
  • Όμως, οι φειδωλές επενδύσεις στην εκπαίδευση βραχυπρόθεσμα είναι εξαιρετικά κοστοβόρες μακροπρόθεσμα και άρα, η βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης πρέπει να αποτελεί συνεχές στοίχημα για την όποια πολιτική εξουσία, λόγω της αδιαβάθμητης προστιθέμενης αξίας που αυτή επιφέρει.
  • Πρωταρχικός στόχος των κρατικών παρεμβάσεων θα πρέπει να είναι η αναβάθμιση της παιδείας συνολικά, έτσι ώστε ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, κάθε Έλληνας/Ελληνίδα να έχει πρόσβαση σε ένα σχολείο που να τον/την προετοιμάζει για τις απαιτήσεις του μέλλοντος.
  • Επιπροσθέτως, η ιδιωτική εκπαίδευση θα πρέπει να ιδωθεί ως συμπληρωματικός πυλώνας στην εκπαίδευση και όχι ως ανταγωνιστικό κομμάτι της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *