Πίνοντας Καφέ με την Άννα

Μία ενδιαφέρουσα συζήτηση της Άννας Διαμαντοπούλου με τον Στέφανο Κασιμάτη στην «Καθημερινή» της Κυριακής. Ο δημοσιογράφος διαθέτει χιούμορ ενίοτε δηκτικό και η Άννα δεν μασάει. Τα λόγια της  μας δίνουν μία πρωϊνή αίσθηση ότι η πολιτική ηγεσία διαισθάνεται αυτό που ο δημοσιογράφος αποκαλεί «Διαλυμένη Παιδεία». Προσέξτε τη θέση της για τα ιδιαίτερα.

Μεσημέρι Τετάρτης στην «Παλιά Αγορά» της Φιλοθέης. Ο καιρός θαυμάσιος και στα εξωτερικά τραπέζια λιάζεται ένα πλήθος αντιπροσωπευτικά νεοελληνικό. Εφηβοι που κατά πάσα πιθανότητα φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία, αλλά στην όψη δεν διαφέρουν σε τίποτε από τους διαδηλωτές του προπέρσινου Δεκέμβρη. Συζητούν -τι άλλο; – για ποδόσφαιρο. Τουλάχιστον όμως, αν κρίνω από τις εμβριθείς κρίσεις που διατυπώνουν περί τερματοφυλάκων, δείχνουν να κατέχουν το θέμα εις βάθος. Μεσόκοπες κυρίες, που αντισταθμίζουν (ή έτσι νομίζουν) το πέρασμα του χρόνου με την «κομψότητα» -αν νοείται ως τέτοια ο συνδυασμός των μαύρων collants από latex, με ψηλοτάκουνες μπεζ, καστόρινες μπότες, μεσημεριάτικα. Στήνω αυτί. Συζητούν -τι πιο φυσικό; – θεωρητικά ζητήματα διακόσμησης, π. χ. υφάσματα επιπλώσεων και χρωματικούς συνδυασμούς.

Εδώ είναι και ο κύριος με τα Reyban, το κόκκινο πουκάμισο και την ασορτί pochette, που τριγυρίζει κορδωμένος, αναζητώντας το ραντεβού του· εδώ είναι και ο απαραίτητος γραβατωμένος κύριος με το μαύρο κοστούμι και το κομπολόι στο χέρι, που έχει να ξυριστεί από προχθές. Το θέαμα του πλήθους παρακολουθεί μελαγχολικά, πίνοντας τον καφέ του, ηλικιωμένος πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ, ενώ ξαφνικά εμφανίζεται από το πουθενά και αρχίζει να κόβει βόλτες ανάμεσα στα τραπέζια και ένας αδέσποτος σκύλος. Το μόνο που λείπει για να κάνει την εικόνα τέλεια είναι κανένα πούρο, αλλά επειδή είναι ημέρα απεργίας ο τηλεοπτικός εργατολόγος και ο συνδικαλιστής (που συχνάζουν εκεί καθημερινά, με τα πούρα τους) έχουν μάλλον κατεβεί στην πορεία. Oι υπάλληλοι -εξυπηρετικοί, γρήγοροι και ευγενέστατοι- είναι κατά το πλείστον ξένοι.

Υπέροχο μέρος, υπέροχος κόσμος! Αυτή είναι «η Ελλάδα που αντιστέκεται», που λέει ο Σαββόπουλος. Ο ιδεώδης χώρος για μια συζήτηση με την υπουργό Παιδείας κ. Αννα Διαμαντοπούλου…

Δεδομένου του δυναμισμού της, η Διαμαντοπούλου ως πολιτική προϊσταμένη της διαλυμένης Δημόσιας Παιδείας θυμίζει τίγρη σε κλουβί. «Τα προβλήματα απαιτούν οργανωμένες κινήσεις μακροπρόθεσμης στόχευσης και, συγχρόνως, άμεσες παρεμβάσεις. Ο συνδυασμός με κάνει να ασφυκτιώ», λέει. «Στόχος του σχεδιασμού μας δεν είναι οι εισαγωγικές εξετάσεις και τα πανεπιστήμια. Ξέρω ότι δεν βγάζει τίτλους αυτό, αλλά η προτεραιότητα είναι στα νηπιαγωγεία και την υποχρεωτική εκπαίδευση. Αν σε τρία χρόνια δεν αλλάξουμε αυτά, η κατάσταση θα μείνει για πάντα όπως την ξέρουμε».

Την ρωτώ αν συμφωνεί με τη διαπίστωση της γενικής αποτυχίας του δημόσιου σχολείου, αφού μαθητές και γονείς το πληρώνουν εις διπλούν, οι πρώτοι με χρόνο, οι δεύτεροι με χρήμα. «Δεν θα μιλούσα για γενική αποτυχία, όμως το πρόβλημα επιδεινώνεται ραγδαία χρόνο με τον χρόνο και η επιδείνωση αποτυπώνεται στους δείκτες – να επισημάνω, εν παρόδω, ότι αυτή η απόρριψη των δεικτών είναι ελληνική πρωτοτυπία! Τόσο με τα κριτήρια του ΟΟΣΑ όσο και με της Πίζας, κατολισθαίνουμε σταθερά στις μετρήσεις, ιδίως στη γλώσσα, τα μαθηματικά και τη φυσική. Είμαστε στην 25η θέση, στους 27, όσον αφορά τη χρήση μέσων πληροφορικής στα σχολεία. Τα δε πανεπιστήμιά μας δεν εμφανίζονται πουθενά… Φυσικά, υπάρχουν εξαιρέσεις – πάντα υπάρχουν. Ομως μας ενδιαφέρει ο μέσος όρος, αυτό που ισχύει, δηλαδή, για τον μέσο μαθητή. Το οικονομικό πρόβλημα, η επιβάρυνση των νοικοκυριών με 4 δισ. τον χρόνο, είναι επίσης δεινό. Ακόμη μεγαλύτερο όμως είναι το ηθικό κόστος. Οταν θεωρείται από γονείς και από μαθητές φυσιολογικό ότι ο καθηγητής που διδάσκει το πρωί στην τάξη πάει το βράδυ στο φροντιστήριο και πληρώνεται από τον γονιό, όταν κανείς μας δεν αγανακτεί από αυτήν την κατάσταση, το σχολείο καταλήγει να διαμορφώνει έναν πολίτη ο οποίος ήδη από την ηλικία των 12 ξέρει ότι πλήρωσε τον δάσκαλό του. Αυτή είναι η βάση της ηθικής διαφθοράς! Με έχει απασχολήσει πολύ το πρόβλημα. Τι κάνεις; Συμβιβάζεσαι και τους επιβάλλεις, τουλάχιστον, να κόβουν αποδείξεις; Κάνεις ελέγχους και απολύεις αυτόματα όσους συλλαμβάνονται να διδάσκουν τους μαθητές τους;».

– Δεν νομίζω, πάντως, ότι αυτό αλλάζει με μια επανάσταση…

– Συμφωνώ. Αρα λοιπόν βάζεις στόχους, που κρίνονται στην πορεία. Ο γενικός στόχος είναι η αλλαγή προσανατολισμού του υπουργείου. Δεν μπορεί να είναι υπουργείο απασχόλησης εκπαιδευτικών! Δεν μπορεί πρωτίστως να μας ενδιαφέρει πόσοι θα προσληφθούν και πώς θα μετατεθούν, ώστε να ικανοποιηθούν οι δικαιολογημένες ανάγκες τους. Πρώτα ο μαθητής λοιπόν. Πρώτα να εξασφαλίσουμε ότι ο δάσκαλος είναι στην τάξη…

– Τις προάλλες διαβάσαμε για 16.000 δασκάλους που δεν βρίσκονται στις θέσεις τους.

– Εμείς φταίμε, οι πολιτικοί. Το θεσμικό πλαίσιο (πάνω από 30 νόμοι) που επιτρέπει αυτό εμείς το κάναμε. Αλλαγή προσέγγισης, επομένως, σημαίνει κατ’ αρχάς ότι κανένας δεν αφήνει την τάξη του αν δεν υπάρχει αντικαταστάτης. Σημαίνει επίσης επαναπροσδιορισμό της ιδιότητας του εκπαιδευτικού. Πώς; Με το πιστοποιητικό εκπαιδευτικής επάρκειας. Με τον θεσμό του δόκιμου εκπαιδευτικού. Με την επιμόρφωση και την αξιολόγηση. Ολα αυτά έχουν προετοιμασθεί και θα ανακοινωθούν σύντομα, ώστε η προσπάθεια για το νέο σχολείο να ξεκινήσει από τον Σεπτέμβριο.

Αφού λοιπόν η συζήτηση πλησιάζει την «καρδιά του σκότους» (για να δανειστώ τον τίτλο της νουβέλας του Κόνραντ…), φθάνουμε και στην ελληνική «ιδιαιτερότητα», δηλαδή τον παραλογισμό του πανεπιστημιακού ασύλου και την εθνική ταυτότητα: «Και στις δύο πρόσφατες περιπτώσεις (Μετσόβιο και Αριστοτέλειο) οι πρυτανικές αρχές έπραξαν καλώς. Να υπενθυμίσω, δε, ότι ανάλογη κίνηση είχαμε προ ημερών και στην Κρήτη, όπου ένα πανεπιστημιακό κτίριο ήταν κατειλημμένο επί χρόνια. Από την αρχή, έκανα σαφές ότι το υπουργείο θα υποστηρίξει εκείνες τις πρωτοβουλίες των πρυτανικών αρχών, με τις οποίες θα προστατεύσουν τα πανεπιστήμια. Εστειλα μάλιστα και σχετική επιστολή στους πρυτάνεις. Η προστασία της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών πρέπει να είναι ο κοινός στόχος».

– Αισθάνεστε προσβεβλημένη από το εξώφυλλο του Focus;

– Μια χώρα με αυτοπεποίθηση δεν επιτρέπεται να φωνασκεί για το εξώφυλλο ενός περιοδικού. Η κακοήθεια του Τύπου κρίνεται από όλους. Προσωπικά, αισθάνομαι αρκετά ισχυρή ώστε να θίγομαι από το γεγονός. Δεν χρειαζόμαστε ούτε εσωτερικές ρητορείες ούτε εκστρατείες σε επίπεδο κοινής γνώμης. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι, με τις πράξεις μας και τον ορθό λόγο, να ανακτήσουμε την αξιοπιστία μας.

– Κρίνοντας από την ευθιξία μας στο θέμα, θα λέγατε ότι έχουμε πρόβλημα εθνικής ταυτότητας;

– Δεν έχουμε πρόβλημα ταυτότητας. Αντιθέτως, είναι πλεονέκτημά μας ότι ως έθνος έχουμε ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα. Το πρόβλημά μας είναι ότι η αμφισβήτηση και η κριτική μάς θίγουν υπερβολικά. Πώς αντιδρούμε στην κριτική; Κραυγάζοντας στους επικριτές μας «και ποιος είσαι εσύ ρε που μας αμφισβητείς!», αντί να εξετάσουμε σε τι, ενδεχομένως, έχουν δίκιο και τι θα κάνουμε. Ας πούμε, στα κριτήρια της Συνθήκης της Λισσαβώνας δεν πετύχαμε ούτε έναν δείκτη! Δεν δέχομαι ότι η κριτική είναι πάντα σωστή, κάποτε όμως πρέπει να μάθουμε να σκύβουμε στα λάθη μας, να τα μελετούμε και να τα διορθώνουμε.

Ωχ! Με καταλαμβάνει ο φόβος ότι αν το νέο σχολείο πρόκειται να ξεκινήσει από τον Σεπτέμβριο, εμείς οι κάτοικοι της Αθήνας πρέπει να προετοιμαζόμαστε για ένα εξάμηνο συλλαλητηρίων. «Μην το λέτε. Είμαι σίγουρη ότι υπάρχει σημαντική ομάδα εκπαιδευτικών που θέλουν πίσω το κύρος της δουλειάς τους, που θέλουν να ξανακερδίσουν τον σεβασμό της κοινωνίας. Γι’ αυτό, μαζί με τον επαναπροσδιορισμό της ιδιότητας του εκπαιδευτικού, θα εισαγάγουμε τον θεσμό της ανάδειξης και επιβράβευσης των εκπαιδευτικών που ξεχωρίζουν. Η προεργασία έχει γίνει και στις 13 Μαρτίου θα παρουσιάσουμε τους καινοτόμους εκπαιδευτικούς στους τομείς πληροφορικής, περιβάλλοντος, πολιτισμού και διδακτικής. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, ξέρετε ότι υπάρχει σχολείο στη Φλώρινα επιπέδου Φινλανδίας; Μάλλον δεν το ξέρετε και είναι κρίμα. Αυτό, όπως και άλλα, οφείλονται σε συγκεκριμένους εκπαιδευτικούς, με μεράκι και πάθος για τη δουλειά τους. Δεν φτάνει ότι τους ανθρώπους αυτούς δεν τους πληρώνουμε ανάλογα με την πραγματική αξία της δουλειάς τους, δεν τους επιτρέπουμε κι από πάνω να ξεχωρίσουν! Σε πρώτη φάση, λοιπόν, θα τους αναδείξουμε σε όλα τα σχολεία, μέσω του Διαδικτύου, με το όνομα, τη φωτογραφία τους και τη δουλειά τους. Από του χρόνου θα προχωρήσουμε και στην υλική ανταμοιβή τους.

– Χίλια ή δύο χιλιάδες ευρώ δεν κάνουν διαφορά για έναν άνθρωπο με μεράκι. Κίνητρο για την επαγγελματική τους ανέλιξη θα υπάρξει ή θα εξακολουθήσουν οι καλοί να υφίστανται το βάρος των κακών;

– Εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα ολόκληρου του Δημοσίου: οι μηχανισμοί αξιολόγησης των καλύτερων. Οφείλεται, κυρίως, στον κομματισμό, που προκαλεί τον τρόμο των εκπαιδευτικών –εν πολλοίς δικαιολογημένο– ότι η αξιολόγηση θα τους κάνει έρμαια κομματικών σκοπιμοτήτων. Το πρώτο βήμα για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των εκπαιδευτικών στη διαδικασία αξιολόγησης είναι η αυτοαξιολόγηση των σχολείων βάσει προγράμματος με συγκεκριμένους και ποσοτικούς στόχους, οι οποίοι, στο τέλος της χρονιάς, θα ελέγχονται. Αφού λειτουργήσει αυτό, θα πάμε παρακάτω στην ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Στον νόμο που ετοιμάζουμε για την εξέλιξη των στελεχών, προβλέπουμε κριτήρια για την αντικειμενική κρίση των προϊσταμένων, χωρίς την ουσιαστική ανάμειξη του υπουργείου. Μη σας τα πω, όμως, προτού τα παρουσιάσω στο υπουργικό συμβούλιο».

Τι γίνεται όμως με τον εύφλεκτο χώρο των πανεπιστημίων, θα αφεθούν ως έχουν; Σιγά σιγά και με το μαλακό, είναι η προσέγγιση της υπουργού και, όπως την βλέπω, μου επανέρχεται η εικόνα της τίγρης, αλλά σε διαφορετικό περιβάλλον: όχι στο κλουβί της, αλλά καθώς παρακολουθεί το θήραμά της. «Καταλαβαίνετε ότι δεν γίνεται να ανοίξουμε όλα τα θέματα ταυτοχρόνως… Πρώτα να ξεκινήσει να τρέχει η προσπάθεια για το σχολείο και μετά πάμε στο θέμα των πανεπιστημίων και των ΤΕΙ. Ηδη επεξεργαζόμαστε προτάσεις για την αυτονομία, τη χωροταξική αναδιάρθρωση…

Κανένα νέο Τμήμα

Την διακόπτω. Αυτό που λέμε «κάθε πόλη και σχολή, κάθε χωριό ΤΕΙ», δηλαδή η αντίληψη των πανεπιστημιακών σχολών ως στρατοπέδων, που υφίστανται χάριν των τοπικών σουβλατζίδικων, θα τελειώσει κάποτε; «Φέτος είναι η πρώτη χρονιά που δεν εγκρίθηκε ούτε ένα νέο τμήμα, ενώ πέρυσι έγινε το πρωτοφανές να ανακοινώσουν, με Προεδρικό Διάταγμα και για τον επόμενο χρόνο, 17 νέα τμήματα. Οι άνθρωποι στις τοπικές κοινωνίες πίστευαν ότι επρόκειτο για συγκεκριμένα σχέδια, ενώ δεν υπήρχαν ούτε καθηγητές ούτε φοιτητές ούτε προγράμματα ούτε συγγράμματα, τίποτε απολύτως! Δεν ήταν εύκολο ξέρετε – υπήρξαν αντιδράσεις από νομάρχες, βουλευτές, προέδρους ΤΕΙ κ. ά.

– Για τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του πανεπιστημίου, τι σχεδιάζετε;

– Να συνδέσουμε θέματα, όπως λ. χ. το εντελώς παράλογο να έχουμε εξετάσεις επί δύο μήνες, με την αξιολόγηση. Παντού στον κόσμο, τα πανεπιστήμια έχουν αυτονομία. Αυτή όμως αποκτά νόημα όταν συνδέεται με την αξιολόγηση. Διότι η χώρα πληρώνει τα λεφτά για τη λειτουργία τους και απαιτεί αποτελέσματα υψηλού επιπέδου. Πέρυσι είχαμε αξιολογήσεις σε ελάχιστα τμήματα επί συνόλου 459! Φέτος σκοπεύουμε να πιάσουμε τα 150. Οσα δεν θα μπαίνουν σε προγράμματα του υπουργείου δεν θα παίρνουν ερευνητικά προγράμματα. Η αξιολόγηση θα είναι η απόλυτη προϋπόθεση για τη χρηματοδότησή τους.

– Μια και τονίζετε τη σημασία της αξιολόγησης, πώς αξιολογείτε εσείς τη συνεργασία σας με τον κ. Πανάρετο;

– Είναι ένας ακαδημαϊκός με ενδιαφέρουσες ιδέες, αλλά ως υφυπουργός θα κριθεί από το έργο του. Καλό είναι να γίνει κατανοητό ότι θα κριθεί από το έργο του!

Oι σταθμοί της

1986
Νομάρχης Καστοριάς, σε ηλικία 27 ετών.

1988
Γενική Γραμματέας Νέας Γενιάς.

1993
Πρόεδρος του ΕΟΜΜΕΧ.

1994
Γενική Γραμματέας Βιομηχανίας.

1996
Εκλέγεται πρώτη βουλευτής στον νομό Κοζάνης και διορίζεται υφυπουργός Ανάπτυξης με αρμοδιότητες σε θέματα Βιομηχανίας, στην κυβέρνηση Κ. Σημίτη.

1999
Επίτροπος στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

2004
Βουλευτής Επικρατείας.

2007
Βουλευτής Α΄Αθηνών.

2009
Υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου.

Η συνάντηση

Στην «Παλιά Αγορά» της Φιλοθέης. Παρήγγειλα ένα εσπρέσο όσο περίμενα την κ. Διαμαντοπούλου. Ηρθε μαζί με τον επί του Τύπου συνεργάτη της και πήραμε μία πράσινη σαλάτα, ένα κοτόπουλο σχάρας, ένα ριζότο μανιταριών, ένα κοτόπουλο φούρνου με πατάτες και τρεις γκράπες. Το σύνολον 70 ευρώ. Το σέρβις, άψογο! (Οπως πάντα, άλλωστε, όταν στην παρέα υπάρχει υπουργός…)

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *